Ο ελέφαντας στο δωμάτιο: Ο θάνατος του Γιώργου Μαζωνάκη και η συστημική υποκρισία
Τους τελευταίους σχεδόν δύο μήνες, η δολοφονία του Γιώργου Μαζωνάκη έχει αγγίξει βαθιά την κοινή γνώμη, αποκτώντας διαστάσεις συλλογικού τραύματος. Οι θεσμικές και πολιτικές διαστάσεις μιας υπόθεσης που εγείρει σοβαρά ερωτήματα για τη λειτουργία του κράτους, τη διαπλοκή, τη διαφθορά και τη λογοδοσία στον χώρο της υγείας και των δημόσιων μηχανισμών. Με αφορμή, λοιπόν, τον θάνατό του, έρχεται στην επιφάνεια ένα ζήτημα που, εφόσον επιβεβαιωθούν τελεσίδικα από τη Δικαιοσύνη τα καταγγελλόμενα και τα πραγματικά περιστατικά, αγγίζει τα όρια ενός πολιτικού σκανδάλου και θέτει ευθέως το ερώτημα:
Το κρίσιμο, επομένως, δεν είναι μόνο τι συνέβη στην υπόθεση, αλλά τι αποκαλύπτει αυτή για τον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί το κράτος: βρισκόμαστε απέναντι σε θεσμούς, νόμους και μηχανισμούς ελέγχου που αποδεικνύονται ανεπαρκείς ή μήπως απέναντι σε δίκτυα παρανομίας και κερδοσκοπίας που έχουν αποκτήσει τέτοιο βαθμό διείσδυσης, ώστε να βρίσκουν χώρο ακόμη και μέσα στους ίδιους τους κρατικούς μηχανισμούς;
Το πλαίσιο
Στόχος δεν είναι να κουράσουμε τον αναγνώστη με λεπτομέρειες που έχουν ήδη αναπαραχθεί εκτενώς σε κάθε είδους ενημερωτικό μέσο. Σε επίπεδο βασικών περιστατικών, άλλωστε, η υπόθεση μπορεί να συνοψιστεί σχετικά απλά: ο Γιώργος Μαζωνάκης έχασε τη ζωή του κατά τη διάρκεια ιατρικής πράξης, η οποία, σύμφωνα με τα μέχρι σήμερα γνωστά στοιχεία, δεν προβλέπεται να πραγματοποιείται σε ιδιωτικές κλινικές. Η προσπάθεια επαναφοράς του, σύμφωνα με τις καταγγελίες και όσα έχουν γίνει γνωστά για την υπόθεση, φέρεται να προσέκρουσε στην απουσία των αναγκαίων μέσων και στην ανεπαρκή επιχειρησιακή ετοιμότητα των εμπλεκομένων. Γύρω από αυτές ακριβώς τις συνθήκες συγκροτείται και η ποινική διάσταση της υπόθεσης, με τον εισαγγελέα να αποδίδει, σύμφωνα με το κατηγορητήριο, την πράξη ως ανθρωποκτονία με δόλο.
Η υπόθεση, ωστόσο, δεν ενεργοποίησε μόνο τον ποινικό μηχανισμό. Ακολούθησε μια σειρά δημόσιων τοποθετήσεων από κυβερνητικά και θεσμικά στελέχη, με κοινό παρονομαστή την έκπληξη —και σε ορισμένες περιπτώσεις την καταδίκη— για το γεγονός ότι τέτοιου είδους πρακτικές μπορούσαν να πραγματοποιούνται σε ιδιωτικές δομές υγείας και ευεξίας.
Ενδεικτικά, ο Θανάσης Πλεύρης, σε τηλεοπτική του εμφάνιση, δήλωσε ότι πληροφορείται με έκπληξη πως σε ιδιωτικά κέντρα ευεξίας πραγματοποιούνται τέτοιου είδους σοβαρές ιατρικές πράξεις και ζήτησε να λογοδοτήσουν οι υπεύθυνοι. Ο Άδωνις Γεωργιάδης, από την πλευρά του, επικαλέστηκε την ατομική ευθύνη του πολίτη, σημειώνοντας σε τηλεοπτική εκπομπή ότι «όσα συστήματα εποπτείας και να έχεις, πάντα θα υπάρχει απατεώνας». Ας κρατήσουμε αυτή τη νύξη στην ατομική ευθύνη, γιατί θα μας χρειαστεί παρακάτω.
Ο ίδιος ο υπουργός Υγείας παρέστη στην κηδεία του Γιώργου Μαζωνάκη και ζήτησε συγγνώμη, υποστηρίζοντας ότι το σύστημα δεν λειτούργησε με τρόπο που θα απέτρεπε την απώλεια της ζωής του καλλιτέχνη. Την ίδια στιγμή, ο Γιώργος Πατούλης, σε τηλεοπτική του εμφάνιση στον ΣΚΑΪ, υποστήριξε, σε γενικές γραμμές, ότι ο Ιατρικός Σύλλογος κάνει ό,τι μπορεί, με τα μέσα που διαθέτει, για την απομάκρυνση από τον χώρο των υπηρεσιών υγείας όσων παρέχουν παράνομα ή παραπλανητικά υπηρεσίες υγείας.
Εδώ βρίσκεται, όμως, το κεντρικό πολιτικό διακύβευμα της υπόθεσης.
Το «σύστημα» που σήμερα δηλώνει ότι «πάντα θα υπάρχουν απατεώνες», ότι «πρέπει να λογοδοτήσουν οι υπεύθυνοι» και ότι «κάνουμε ό,τι μπορούμε» για την ανάκληση αδειών τέτοιων κέντρων είναι το ίδιο θεσμικό και πολιτικό σύστημα που, εδώ και χρόνια, έχει συμβάλει στη διαμόρφωση του πλαισίου μέσα στο οποίο αναπτύσσονται τέτοιου είδους επιχειρηματικές δραστηριότητες στον χώρο της υγείας.
Και εδώ δεν χρειάζεται να καταφύγει κανείς σε θεωρίες συνωμοσίας. Αρκεί να κοιτάξει τις ίδιες τις δημόσιες τοποθετήσεις και τις πολιτικές πρωτοβουλίες των προηγούμενων ετών. Διότι η μετατόπιση ιατρικών υπηρεσιών προς την αγορά του τουρισμού και της «ευεξίας» δεν εμφανίστηκε ξαφνικά. Αντιθέτως, έχει παρουσιαστεί δημόσια ως αναπτυξιακή ευκαιρία και ως πεδίο στο οποίο η Ελλάδα θα μπορούσε να αποκτήσει συγκριτικό πλεονέκτημα.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί το 1ο Διεθνές Συνέδριο Τουρισμού Υγείας ( 4 και 5 Μαΐου 2023) , στο οποίο συμμετείχαν, μεταξύ άλλων, ο Θανάσης Πλεύρης, ο Γιώργος Πατούλης και ο Βασίλης Κικίλιας. Εκεί παρουσιάστηκε ένα φιλόδοξο σχέδιο για την ανάπτυξη του τουρισμού υγείας, με τη συζήτηση να αγγίζει ευθέως τη δυνατότητα παροχής ιατρικών υπηρεσιών σε τουριστικές μονάδες.
Στο ίδιο πλαίσιο, η γιατρός που σήμερα κατηγορείται για τον θάνατο του Γιώργου Μαζωνάκη είχε παρουσιάσει δημόσια δραστηριότητες και πρακτικές που εντάσσεται σε αυτή την αγορά, μεταξύ άλλων αναφερόμενη σε μηχάνημα που, σύμφωνα με την ίδια, «καθαρίζει το αίμα» ή συμβάλλει στην «αποτοξίνωση».
Το ενδιαφέρον, επομένως, δεν βρίσκεται μόνο στο τι συνέβη στη συγκεκριμένη δομή. Βρίσκεται και στην πολιτική αντίφαση που αποκαλύπτεται σήμερα: πρόσωπα που εμφανίζονται έκπληκτα από την παρουσία σοβαρών ιατρικών πράξεων στον χώρο της ιδιωτικής «ευεξίας» συμμετείχαν τα προηγούμενα χρόνια σε μια δημόσια συζήτηση για τη διεύρυνση ακριβώς αυτού του πεδίου.
Στο συγκεκριμένο συνέδριο διατυπώθηκαν, μεταξύ άλλων, προτάσεις για αλλαγές στο πλαίσιο λειτουργίας, ώστε υπηρεσίες όπως η αισθητική και η αιμοκάθαρση να μπορούν να παρέχονται απευθείας σε μεγάλες τουριστικές μονάδες. Ο Πρόεδρος του Ιατρικού Συλλόγου Αθηνών Γιώργος Πατούλης μίλησε για ένα πεδίο από το οποίο «η χώρα μας έχει πολλά να κερδίσει», ενώ στη συζήτηση τέθηκε και η δυνατότητα ο τουρίστας να αγοράζει, έναντι επιπλέον κόστους, υπηρεσίες υγείας στο πλαίσιο της τουριστικής του εμπειρίας.
Η σημασία αυτών των δηλώσεων δεν είναι “δημοσιογραφικής” φύσης. Είναι πολιτική. Γιατί θέτει ένα ερώτημα που υπερβαίνει κατά πολύ την ευθύνη ενός γιατρού, μιας κλινικής ή ενός συγκεκριμένου «απατεώνα»: ποιο ακριβώς μοντέλο υγείας διαμορφώνεται όταν ιατρικές πράξεις αντιμετωπίζονται ως εμπορεύσιμες υπηρεσίες μέσα σε ξενοδοχειακές μονάδες και δομές ευεξίας;
Εδώ η συζήτηση παύει να αφορά αποκλειστικά την εμπορευματοποίηση της υγείας. Αφορά τα όρια ανάμεσα στην ιατρική πράξη, την ιδιωτική επιχειρηματικότητα, τον τουρισμό και την κρατική εποπτεία. Και κυρίως αφορά το ποιος έχει την ευθύνη να θέσει αυτά τα όρια.
Γιατί αν το κράτος εμφανίζεται εκ των υστέρων ως έκπληκτος παρατηρητής μπροστά σε μια πραγματικότητα που έχει αναπτυχθεί δημόσια, θεσμικά και με πολιτική υποστήριξη, τότε το ερώτημα της ατομικής ευθύνης δεν μπορεί να είναι το τέλος της συζήτησης. Είναι μόνο η αρχή.
Ατομική ευθύνη: μια λύση για κάθε πρόβλημα
Από την εποχή της πανδημίας, η έννοια της ατομικής ευθύνης έχει καταλάβει κεντρική θέση στην κυρίαρχη πολιτική ρητορική. Ατομική ευθύνη για την υγεία, για την ασθένεια, για την προστασία από τον κίνδυνο, ακόμη και για τις συνέπειες μιας αστοχίας ενός συστήματος που υποτίθεται ότι έχει θεσμούς, κανόνες και μηχανισμούς ελέγχου. Πέντε χρόνια μετά, η έννοια αυτή παραμένει εξαιρετικά χρήσιμη: επανέρχεται κάθε φορά που πρέπει να μετατοπιστεί το βάρος από τη λειτουργία των θεσμών στις επιλογές του μεμονωμένου πολίτη.
Στην υπόθεση Μαζωνάκη, η επίκλησή της αποκτά μια ιδιαίτερη σημασία. Γιατί τι σημαίνει, στην πραγματικότητα, να λέμε στον πολίτη ότι «πάντα θα υπάρχει ένας απατεώνας», όταν αυτό που αποκαλύπτεται δεν είναι απλώς η ύπαρξη ενός μεμονωμένου παραβάτη, αλλά η λειτουργία ενός ολόκληρου πεδίου δραστηριοτήτων υγείας και «ευεξίας» στα όρια —και σε ορισμένες περιπτώσεις πέραν— των θεσμοθετημένων διαδικασιών;
Το ερώτημα, επομένως, δεν είναι μόνο ποιος εξαπάτησε ποιον. Είναι και ποιος είχε την ευθύνη να ελέγξει, να αδειοδοτήσει, να εποπτεύσει και τελικά να εμποδίσει μια τέτοια πρακτική πριν αυτή οδηγήσει στην τραγωδία. Και ακόμη περισσότερο: αν δεν είχε μεσολαβήσει ο θάνατος ενός τόσο γνωστού και αγαπητού καλλιτέχνη, ποιος κρατικός μηχανισμός θα είχε κινητοποιηθεί για να ελέγξει τι ακριβώς συμβαίνει σε αυτές τις δομές;
Εδώ βρίσκεται και η βαθύτερη αντίφαση. Η πολιτεία εμφανίζεται εκ των υστέρων να αναζητά τον «απατεώνα», ενώ την ίδια στιγμή έχει αφήσει -π.χ. με πλήθος διαφημίσεις εδώ και χρόνια στο Διαδίκτυο να της περνούν απαρατήρητες-, να αναπτυχθεί ένα ολόκληρο οικονομικό και θεσμικό περιβάλλον μέσα στο οποίο η υγεία αντιμετωπίζεται ολοένα και περισσότερο ως ατομική καταναλωτική επιλογή.
Και αυτή η μετατόπιση δεν αφορά μόνο τα κέντρα ευεξίας. Εντάσσεται σε μια ευρύτερη πορεία αντίληψης της δημόσιας υγείας με πιο…καταναλωτικούς όρους. Τα απογευματινά ιατρεία επί πληρωμή προϋπήρχαν, ενώ τα τελευταία χρόνια το πλαίσιο διευρύνθηκε με τα απογευματινά χειρουργεία και τη δυνατότητα των γιατρών του ΕΣΥ να ασκούν ιδιωτικό έργο. Το ίδιο το Υπουργείο Υγείας περιγράφει αυτές τις μεταρρυθμίσεις ως προσπάθεια να συνδεθούν περισσότερο το δημόσιο και το ιδιωτικό σκέλος της παροχής υπηρεσιών υγείας.
Δεν πρόκειται, λοιπόν, για μια μεμονωμένη νομοθετική αλλαγή. Πρόκειται για μια κατεύθυνση. Και το κρίσιμο ερώτημα είναι αν αυτή η κατεύθυνση έχει κάποιο σαφές όριο.
Γιατί όταν η υγεία μετατρέπεται σταδιακά σε αγορά, τότε μαζί με τις νόμιμες και θεσμικά ρυθμισμένες υπηρεσίες αναπτύσσεται αναπόφευκτα και μια παράλληλη αγορά υποσχέσεων: η υπόσχεση της νεότητας, της αποτοξίνωσης, της «αναζωογόνησης», της βελτίωσης του σώματος, της υπέρβασης των φυσικών ορίων. Υπηρεσίες που συχνά δανείζονται το λεξιλόγιο της ιατρικής και της επιστήμης χωρίς να υπόκεινται πάντοτε στην ίδια κοινωνική και θεσμική λογοδοσία.
Κάπου εδώ η εικόνα γίνεται σχεδόν δυστοπική.
Ζούμε σε μια κοινωνία που παράγει διαρκώς την ανάγκη να παραμείνουμε νέοι, υγιείς, παραγωγικοί και —κυρίως— απαράλλακτοι. Η γήρανση παρουσιάζεται ως πρόβλημα που πρέπει να διορθωθεί, η φθορά ως αποτυχία και η φυσική πορεία του σώματος ως κάτι που οφείλουμε να νικήσουμε. Και ακριβώς την ίδια στιγμή, η αγορά εμφανίζεται για να προσφέρει τη λύση.
Το σύστημα, δηλαδή, δεν πουλάει μόνο την υπηρεσία. Πρώτα δημιουργεί την ανάγκη για την υπηρεσία.
Σου λέει ότι πρέπει να παραμείνεις νέος. Σου λέει ότι το σώμα σου χρειάζεται διαρκή «βελτίωση», «καθαρισμό», «αποτοξίνωση», «αναγέννηση». Και στη συνέχεια σου προσφέρει —έναντι φυσικά του αντίστοιχου τιμήματος— την τεχνολογία, τη θεραπεία, το μηχάνημα ή τη διαδικασία που υπόσχεται να σε κρατήσει εκεί.
Μόνο που αυτή η «λύση» δεν είναι διαθέσιμη σε όλους. Όπως και η ολοένα μεγαλύτερη δυνατότητα αγοράς υπηρεσιών υγείας. Όσο η υγεία μετακινείται από τη σφαίρα του καθολικού δικαιώματος στη σφαίρα της ατομικής επιλογής, τόσο περισσότερο η πρόσβαση σε αυτήν εξαρτάται από την οικονομική δυνατότητα του καθενός.
Και κάπως έτσι η έννοια της ατομικής ευθύνης ολοκληρώνει τον κύκλο της. Και αυτό θέλει προσοχή γιατί το κράτος αποσύρεται σταδιακά από την ευθύνη της καθολικής παροχής και εποπτείας, η αγορά αναλαμβάνει όλο και μεγαλύτερο ρόλο και ο πολίτης καλείται να γίνει ταυτόχρονα καταναλωτής, ασφαλισμένος, πελάτης και —τελικά— υπεύθυνος για τις επιλογές του.
Αν αρρωστήσεις, έπρεπε να είχες προσέξει περισσότερο. Αν πλήρωσες για μια υπηρεσία που αποδείχθηκε επικίνδυνη, έπρεπε να είχες ψάξει καλύτερα. Αν εμπιστεύτηκες έναν «ειδικό», έπρεπε να είχες διακρίνει μόνος σου την επιστήμη από την απάτη.
Μόνο που ο πολίτης δεν μπορεί να είναι ταυτόχρονα ο ελεγκτής, ο αδειοδοτών, ο ρυθμιστής και ο επιστήμονας. Αυτές ακριβώς είναι οι λειτουργίες για τις οποίες υπάρχουν οι θεσμοί.
Και ίσως αυτό είναι το πιο ουσιαστικό πολιτικό ερώτημα που αφήνει πίσω της η υπόθεση: όχι μόνο ποιος θα λογοδοτήσει για όσα έγιναν, αλλά ποιο σύστημα τα κατέστησε δυνατά. Γιατί μια πολιτεία δεν μπορεί να θυμάται την ατομική ευθύνη μόνο όταν καλείται να απολογηθεί για την αποτυχία της συλλογικής.
Η ατομική ευθύνη μπορεί να είναι αναγκαία. Δεν μπορεί, όμως, να γίνει το άλλοθι για την απουσία της θεσμικής ευθύνης.
Και όταν η τελευταία απουσιάζει, η αγορά είναι πάντα πρόθυμη να καλύψει το κενό. Με μια υπόσχεση, ένα μηχάνημα, μια «θεραπεία» ή μια ακόμη ευκαιρία να αγοράσουμε λίγο από αυτό που μας έχουν ήδη πείσει ότι φοβόμαστε περισσότερο: τον χρόνο.
Να μην παραδώσουμε την λογική μας.
Με αφορμή τον θάνατο ενός ανθρώπου που αγαπήθηκε τόσο πολύ, οφείλουμε επιτέλους να μιλήσουμε για τον ελέφαντα στο δωμάτιο: τη συστηματική απαξίωση της επιστήμης, την υπονόμευση της ιατρικής δεοντολογίας και τη χρήση της ίδιας της ιατρικής γνώσης ως εργαλείου ανήθικης κερδοσκοπίας, ακόμη και με την παραβίαση της νομοθεσίας και του στοιχειώδους ιπποκρατικού καθήκοντος απέναντι στην ανθρώπινη ζωή. Ως κοινωνία, δεν αρκεί να απαιτήσουμε την τιμωρία των υπευθύνων· οφείλουμε να αναγνωρίσουμε και να αποκαλύψουμε τους μηχανισμούς που επιτρέπουν σε τέτοιες πρακτικές να αναπτύσσονται, να νομιμοποιούνται στη συνείδηση του κοινού και να ευδοκιμούν πίσω από τη βιτρίνα της επιστήμης και της ευεξίας.
Γιατί ο ελέφαντας στο δωμάτιο δεν είναι μόνο όσα οι θεσμοί αρνούνται να δουν. Είναι το ίδιο το σύστημα που έχει μάθει να προσποιείται ότι δεν τον βλέπει. Και ίσως η μεγαλύτερη πρόκληση είναι να μην υποκύψουμε στο συστημικό gaslighting: να μην αμφισβητήσουμε όσα βλέπουν τα μάτια μας, να μην αποδεχτούμε ως φυσιολογικό αυτό που μας παρουσιάζουν ως αναπόφευκτο και, πάνω απ’ όλα, να μην επιτρέψουμε σε κανέναν να μας πείσει πως ο ελέφαντας δεν υπάρχει.