Θάνατος και δικαίωμα στην κοινωνική μνήμη : Για το θεσμικό κενό όσον αφορά την πολιτική κηδεία.
Οι κηδείες έχουν σαφή κοινωνικό ρόλο πέρα από την ατομική θλίψη. Αποτελούν μέσο απόδοσης τιμής στον νεκρό, επικυρώνοντας τη σημασία του για την κοινωνία και αναγνωρίζοντας τη συμβολή του στις ιστορίες και τις μνήμες των άλλων.
Η γέννηση και ο θάνατος αποτελούν τα δύο σημαντικότερα φαινόμενα της ζωής. Στις ανθρώπινες κοινωνίες, τόσο η γέννηση όσο και ο θάνατος συνδέονται με τελετουργικά, μέσα από τα οποία οι κοινότητες επεξεργάζονται και μετουσιώνουν τα άγχη που αφορούν στην ύπαρξη και την ανυπαρξία. Με βεβαιότητα μπορούμε να πούμε ότι και οι δύο όψεις της ανθρώπινης ζωής αποτελούν κοινωνικά φαινόμενα πέρα από βιολογικά γεγονότα. Μπορούμε να προσθέσουμε, επίσης, ότι ούτε η γέννηση ούτε ο θάνατος αποτελούν “ατομικές υποθέσεις”. Καθορίζουν και καθορίζονται από το κοινωνικό πλαίσιο μέσα στο οποίο συμβαίνουν.
Ο θάνατος ιστορικά φαίνεται να συνδέεται με την επιθυμία της κοινότητας να φροντίσει για τον αποχαιρετισμό του νεκρού, για τη μέριμνα όσον αφορά τη σωρό, αλλά και για την επικύρωση της “τιμής” του ανθρώπου που φεύγει. Αυτός είναι και ο λόγος που στις κηδείες συνηθίζεται να εκφωνούνται θετικά λόγια για τον νεκρό και για την κοινωνική του ύπαρξη.
Ένα σημαντικό θέμα, το οποίο μέχρι πρόσφατα δεν έχει απασχολήσει οργανωμένα την Ελληνική κοινή γνώμη, είναι η απουσία μέριμνας για την τέλεση πολιτικών κηδειών. Ειδικότερα, δεν υπάρχει κάποια φροντίδα όσον αφορά την κηδεία ατόμων που δεν συμπεριλαμβάνονται σε θρησκευτικές τελετουργίες. Παρακάτω θα αναφερθούμε στον θεσμό της κηδείας, τόσο ιστορικά όσο και από τη σκοπιά της πολιτείας. Τέλος, θα αφιερωθεί χώρος για προβληματισμό όσον αφορά την απουσία μέριμνας για την πολιτική κηδεία.
Η κοινωνιολογική όψη της κηδείας
Στον κόσμο των ζωντανών όντων, μόνο οι άνθρωποι τελούν τελετές κηδείας. Σε αυτό το άρθρο, ο όρος «κηδεία» αναφέρεται στις τελετουργικές πράξεις που εκτελούνται για να διακόψουν φυσικά τους δεσμούς των ζωντανών με τους νεκρούς και να τους εντάξουν στην κοινωνική μνήμη. Αυτές περιλαμβάνουν τον τρόπο και τον τόπο μεταφοράς του σώματος μετά την επικύρωση του θανάτου ενός ατόμου, καθώς και τη μορφή διάθεσης του σώματος, όπως η ταφή ή η αποτέφρωση.
Στις ανθρώπινες κοινωνίες, η απομάκρυνση των νεκρών από τον φυσικό χώρο της κοινότητας πραγματοποιείται μέσω της τελετής που ονομάζουμε “κηδεία”. Στις προ-σύγχρονες κοινωνίες, οι συγγενείς και τα μέλη της τοπικής κοινότητας συνέβαλαν ενεργά στη διεξαγωγή των κηδειών. Ως εκ τούτου, η διεξαγωγή μιας κηδείας αποτελούσε μορφή αμοιβαίας φροντίδας, μια κοινωνική ανταλλαγή καθηκόντων και ευθυνών απαραίτητη για τα μέλη της κοινότητας.
Οι κηδείες προσφέρουν ένα αρχικό βήμα για τον συναισθηματικό αποχαιρετισμό. Μέσω της τελετής ενθαρρύνεται η ελεύθερη έκφραση του πένθους, η οποία είναι αναγκαία για την ψυχολογική αποκατάσταση των θρηνούντων.
Σε σύγκριση με τις κηδείες στις παραδοσιακές κοινωνίες, η πραγματοποίηση μιας κηδείας σε μια σύγχρονη κοινωνία αποτελεί σύνθετη διαδικασία που απαιτεί επαγγελματίες με εξειδικευμένες γνώσεις και δεξιότητες. Στο πλαίσιο του εκσυγχρονισμού, οι πιο εμφανείς αλλαγές στις συλλογικές ταφικές συμπεριφορές περιλαμβάνουν τη μείωση της συμμετοχής στις κηδείες και την εξωτερική ανάθεση των εξειδικευμένων υπηρεσιών. Ως εκ τούτου, μπορεί να ειπωθεί ότι οι δεσμοί με τους νεκρούς άλλαξαν σημαντικά κατά τον εικοστό και εικοστό πρώτο αιώνα.
Καθώς οι κηδείες αποτελούν διαπολιτισμικό φαινόμενο, έχει σημασία να σημειωθούν οι λειτουργίες τους ως θεσμού. Όπως αναφέρθηκε παραπάνω, μέσω της τελετής ο θάνατος του ατόμου γίνεται αντικείμενο επεξεργασίας για τον περίγυρό του ως κάτι το “αληθινό”. Ο κύκλος των αποθανόντων δύναται να αποδεχθεί το τετελεσμένο του θανάτου και να θρηνήσει συλλογικά για την απώλεια. Οι κηδείες προσφέρουν ένα αρχικό βήμα για τον συναισθηματικό αποχαιρετισμό. Μέσω της τελετής ενθαρρύνεται η ελεύθερη έκφραση του πένθους, η οποία είναι αναγκαία για την ψυχολογική αποκατάσταση των θρηνούντων.
Πέρα από τη λειτουργία της κηδείας σε ατομικό επίπεδο, υπάρχει και ένα σημαντικό κοινωνικό ζήτημα: οι κηδείες έχουν σαφή κοινωνικό ρόλο πέρα από την ατομική θλίψη. Αποτελούν μέσο απόδοσης τιμής στον νεκρό, επικυρώνοντας τη σημασία του για την κοινωνία και αναγνωρίζοντας τη συμβολή του στις ιστορίες και τις μνήμες των άλλων. Μέσα από τη διαδικασία της τελετής δημιουργείται χώρος για την κοινωνική μνήμη, όπου η ζωή και η προσφορά του καθενός καταγράφονται και αναγνωρίζονται συλλογικά. Αυτή η λειτουργία είναι σημαντική για μια κοινωνία, καθώς ενισχύει τη συνοχή της, διατηρεί τη μνήμη των μελών της και προσφέρει ένα πλαίσιο όπου οι ζωντανοί μπορούν να συνδεθούν με το παρελθόν και να διαμορφώσουν κοινές αξίες.
Τί ορίζεται από την πολιτεία για την τέλεση των κηδειών
Σύμφωνα με την ελληνική νομοθεσία, η ευθύνη για την ταφή ενός προσώπου ανήκει κατ’ αρχήν στους οικείους του, οι οποίοι οφείλουν να σεβαστούν τη βούλησή του σχετικά με την ταφή ή καύση του σώματος, όπως ορίζει το άρθρο 35 του Αστικού Κώδικα. Αν δεν υπάρχουν συγγενείς ή οικονομική δυνατότητα, την υποχρέωση αναλαμβάνει ο οικείος δήμος, βάσει του άρθρου 75 παρ. ΙΙ.27 του Ν. 3463/2006 (Κώδικας Δήμων και Κοινοτήτων), που προβλέπει τη «μέριμνα για την ταφή απόρων ή εγκαταλελειμμένων προσώπων». Στην περίπτωση αυτή, ο δήμος προβαίνει σε διοικητική ταφή, δηλαδή απλή ταφή χωρίς τελετή, για λόγους δημόσιας υγείας και αξιοπρέπειας. Αντιθέτως, η πολιτική κηδεία είναι τελετή χωρίς θρησκευτικό χαρακτήρα που τελείται μόνο κατόπιν επιθυμίας του θανόντος ή των συγγενών του· δεν αποτελεί διοικητική υποχρέωση, αλλά δικαίωμα που στηρίζεται επίσης στο άρθρο 35 ΑΚ. Συνεπώς, η θρησκευτική ή πολιτική τελετή δεν είναι υποχρεωτική πράξη του κράτους ή του δήμου, ενώ η ταφή καθεαυτή —όταν δεν υπάρχει άλλος αρμόδιος— αποτελεί ευθύνη της τοπικής αυτοδιοίκησης. Ως πολιτική κηδεία ορίζεται η τελετή αποχαιρετισμού που προηγείται της ταφής ή της αποτέφρωσης και δεν περιλαμβάνει ιεροπραξίες από εκπροσώπους κάποιας θρησκείας ή θρησκευτικού δόγματος.
Η απλή ταφή και η απομάκρυνση του νεκρού από την κοινότητα, χωρίς την ευκαιρία τελετουργικού αποχαιρετισμού, οδηγεί σε μια αποανθρωποποίηση της ύπαρξης, όπου η ζωή αντιμετωπίζεται σχεδόν αποκλειστικά ως βιολογικό γεγονός, απογυμνωμένη από συμβολικά και κοινωνικά δεσμά.
Το πρόβλημα της πολιτικής κηδείας
Στην Ελλάδα τουλάχιστον, η πολιτική κηδεία παραμένει σήμερα ένας θεσμικά αόριστος τόπος, χωρίς καθορισμένο χώρο ή τυπικό, σε αντίθεση με την εκκλησιαστική κηδεία που στηρίζεται σε αιώνες παράδοσης, συγκεκριμένο χώρο και τελετουργία. Η απουσία θεσπισμένου χώρου υπογραμμίζει ότι η πολιτεία δεν αναγνωρίζει πλήρως την κοσμική διάσταση του θανάτου, δηλαδή το δικαίωμα του πολίτη σε μια συλλογική μνήμη και δημόσιο αποχαιρετισμό πέρα από τη θρησκευτική του ταυτότητα. Η πολιτική κηδεία, ως αποτέλεσμα αυτής της κατάστασης, επιβιώνει περιστασιακά και αδιαμόρφωτα, συχνά σε δανεισμένους δημόσιους χώρους, χωρίς μνημειακό πλαίσιο ή καθιερωμένο τελετουργικό. Η θεσμοθέτηση ειδικών χώρων για πολιτικό αποχαιρετισμό θα μπορούσε να προσφέρει μια σταθερή πλατφόρμα μνήμης και δημόσιας αναγνώρισης, κατοχυρώνοντας τη συλλογική διάσταση του θανάτου και ενισχύοντας τη σχέση του ατόμου με την κοινότητα και τη δημοκρατία.
Το ζήτημα αυτό αναδεικνύει την ύπαρξη μιας κουλτούρας που αντιμετωπίζει τον άνθρωπο ως αναλώσιμο στοιχείο. Σε αυτήν την πολιτισμική προσέγγιση, η αξία του ατόμου για την κοινότητα φαίνεται περιορισμένη: αν δεν ενταχθεί σε έναν προκαθορισμένο μηχανισμό μνήμης ή τελετουργίας, θεωρείται ότι δεν χρειάζεται να παραμείνει στη συλλογική μνήμη. Η απλή ταφή και η απομάκρυνση του νεκρού από την κοινότητα, χωρίς την ευκαιρία τελετουργικού αποχαιρετισμού, οδηγεί σε μια αποανθρωποποίηση της ύπαρξης, όπου η ζωή αντιμετωπίζεται σχεδόν αποκλειστικά ως βιολογικό γεγονός, απογυμνωμένη από συμβολικά και κοινωνικά δεσμά. Αυτή η πρακτική υποτιμά την ανθρώπινη ζωή, καθώς στερεί από τον θανόντα την αναγνώριση και την αξιοπρέπεια που προσφέρουν η μνήμη, η κοινωνική επιβεβαίωση και η συμμετοχή σε συλλογικές διαδικασίες πένθους. Η κοινωνία που ακολουθεί τέτοιες πρακτικές δεν αναγνωρίζει πλήρως τον άνθρωπο ως ον πολιτικό και κοινωνικό, αλλά μόνο ως βιολογικό σώμα, μειώνοντας τη σημασία της ατομικής και συλλογικής μνήμης. Προσωπικά, δε διαπραγματεύομαι την Ορθόδοξη πίστη μου στο παρόν άρθρο, θεωρώ όμως θέμα ανθρωπιστικού σεβασμού και Δημοκρατίας το συγκεκριμένο θέμα, γι’αυτό και το προσέγγισα -όσο μπορώ-, ανθρώπινα και επιστημονικά.
Χρειάζεται , επομένως, η θεσμική κατοχύρωση ειδικών χώρων για την τέλεση πολιτικών κηδειών, ώστε η κοινωνία να προσφέρει στους πολίτες της δημόσιο αποχαιρετισμό. Ένας τέτοιος θεσμός θα διασφαλίζει ότι η μνήμη και η προσφορά κάθε ανθρώπου δεν χάνονται, αλλά παραμένουν ζωντανές στη συλλογική συνείδηση. Με αυτόν τον τρόπο, η κοινωνία αναγνωρίζει την αξία του ατόμου πέρα από τη θρησκευτική ταυτότητα, συγκροτώντας την πολιτική μνήμη ως δημόσιο αγαθό.