Main content

Ο Βαγγέλης Αυγουλάς στο γραφείο του μπροστά σε ανοιχτό λάπτοπ

Ε.Κ.:Καλησπέρα. Είμαστε εδώ με τον κύριο Βαγγέλη Αυγουλά. Η ημέρα σήμερα είναι η 18η Ιουνίου 2021. Βρισκόμαστε στο Ίδρυμα Σταύρου Νιάρχου και ξεκινάμε. Κύριε Αυγουλά, καλησπέρα!

Β.Α.:Καλησπέρα. Χαίρομαι που τα λέμε εδώ στο Κέντρο Πολιτισμού του Ιδρύματος «Σταύρος Νιάρχος» γιατί είναι ένας πολύ φιλικός και ταυτόχρονα προσβάσιμος, συμπεριληπτικός χώρος. 

Ε.Κ.:Θα ήθελα στην αρχή να μου πείτε κάποια γενικά πράγματα για εσάς. 

B.A. Γεννήθηκα πριν από 33 χρόνια, το Σεπτέμβρη του ‘88, με μια σπάνια πάθηση η οποία ουσιαστικά δεν κατασκεύασε καθόλου την οπτική λειτουργία στον οργανισμό μου, άρα γεννήθηκα ολικά τυφλός. Δεν έχω δει ποτέ τίποτα, τα χρώματα, τον εαυτό μου στον καθρέφτη κλπ., αγαπημένα πρόσωπα κλπ. Ξεκίνησα την εκπαίδευσή μου από το ειδικό Δημοτικό Σχολείο Τυφλών στην Καλλιθέα, στο Κέντρο Εκπαίδευσης και Αποκατάστασης Τυφλών, όπου εκεί έμαθα να γράφω και να διαβάζω στο ανάγλυφο σύστημα, στη γραφή Braille που έχουμε εμείς για τα άτομα με προβλήματα όρασης. Μετά από την τρίτη Δημοτικού εντάχθηκα σε τάξη με παιδιά που βλέπουν, πρόγραμμα ένταξης, λοιπόν, τυφλών μαθητών σε κοινή σχολική τάξη, σε κοινό σχολείο, στη Γενική Εκπαίδευση. Εκεί είχαμε όλοι μαζί το δάσκαλο της τάξης και μαζί μ’ αυτόν το δάσκαλο είχα δίπλα μου και δάσκαλο εξειδικευμένο στην εκπαίδευση τυφλών μαθητών, δάσκαλο Ειδικής Αγωγής, για να μπορεί να διορθώνει τις ασκήσεις μου και τα γραπτά μου στη δική μου γραφή, στη γραφή Braille, όταν κάναμε Γεωγραφία όλοι μαζί στην τάξη να μπορεί να με κατατοπίζει στον ανάγλυφο χάρτη της Ελλάδας, για παράδειγμα, που είχα εγώ, ενώ οι συμμαθητές μου έβλεπαν τα αντίστοιχα νησιά κλπ. Και έτσι, τελείωσα το Δημοτικό, μπήκα στο Γυμνάσιο. Στο Γυμνάσιο δεν συνεχίζονταν η παράλληλη στήριξη τυφλών μαθητών τότε σε κοινό σχολείο, στο σχολείο της γειτονιάς τους. Εγώ το πρόγραμμα ένταξης το έκανα σε δημοτικό σχολείο του Πειραιά, το Ειδικό σχολείο τυφλών ήταν στην Καλλιθέα, έμενα όμως και μένω ακόμα στο Ίλιον. Μένω δυτικά της Αττικής, που σημαίνει από παιδάκι να κάνω καθημερινά αρκετά δρομολόγια και χιλιόμετρα μόνο και μόνο για να εκπαιδευτώ. Δεν πήγαινα μέχρι και το Γυμνάσιο στο σχολείο της γειτονιάς μου. Στο Γυμνάσιο, όμως, βρέθηκα στο Ίλιον και στη γειτονιά μου, γιατί ήθελα να αποκτήσω φίλους, να γνωρίσω τα παιδιά της γειτονιάς, να κοινωνικοποιηθώ, να προσαρμοστώ. Μάλλον οι γονείς μου, οι δικοί μου, το ήθελαν και ευτυχώς, θα πω εδώ. Βέβαια, δεν συνεχιζόταν αυτό το πρόγραμμα υποστήριξής μου από ειδικό δάσκαλο, οπότε με δικό μου τεχνολογικό εξοπλισμό —θα γυρίσω σε αυτά τα κομμάτια, αν θέλετε, λίγο μετά— ξεκινώ να φοιτώ στο Γυμνάσιο και στο Λύκειο της γειτονιάς μου, όπου στην τρίτη Λυκείου βρίσκομαι με βαθμό κοντά στο 19,8 σημαιοφόρος στο σχολείο μου τότε, στο Λύκειο, και τις δύο φορές, το Μάρτιο και τον Οκτώβριο, σε αντίστοιχες παρελάσεις, κάτι πολύ τιμητικό που το ήθελα να το κάνω, γιατί υπήρχε παλαιότερος νόμος του ελληνικού κράτους απ’ το 1914 —είχε ξεχαστεί— και έλεγε ότι μόνο αρτιμελείς μπορούν να σηκώνουν τη σημαία της χώρας. Και από τη δική μου εμφάνιση στην παρέλαση, ταυτόχρονα τότε με έναν λίγο μεγαλύτερό μου ανάπηρο, τετραπληγικό μαθητή, τον κύριο Στέλιο Κυμπουρόπουλο, εμείς ευρισκόμενοι σε αυτή τη θέση αλλάξαμε τη νομοθεσία αυτή και μπόρεσαν οι ανάπηροι μαθητές να είναι πλέον σημαιοφόροι στη Γενική Εκπαίδευση. Μπήκα στη Νομική Σχολή της Αθήνας. Ήταν το όνειρό μου. Μόνο τη Νομική δήλωσα. Ευτυχώς με τη βαθμολογία που είχα κατέκτησα την είσοδο. Τελείωσα τη σχολή αυτή στα τέσσερα χρόνια. Τελειώνω το μεταπτυχιακό μου στο Αστικό Δίκαιο. Παράλληλα, έκανα την άσκησή μου σαν δικηγόρος σε γραφείο μαχόμενων δικηγόρων κανονικά και διατηρώ απ’ το 2016 το δικό μου δικηγορικό γραφείο πλέον με ομάδα συνεργατών δικηγόρων την οποία συντονίζω. Μπορώ να συνεχίσω, αν θέλετε, αλλά…

Ε.Κ.:Εννοείται. Θα ήθελα να σας ρωτήσω, βασικά, το εξής: Είπατε ότι ακριβώς κατά τα πρώτα μαθητικά σας χρόνια ήσασταν σε κοινή τάξη. Τι αναμνήσεις έχετε; Πώς σας αντιμετώπιζαν οι συμμαθητές σας;

Β.Α.: Από μικρός, επειδή προέρχομαι από μία οικογένεια που δεν είχαν [00:05:00]ιδιαίτερη μόρφωση οι γονείς μου… Δεν είχαν πανεπιστημιακή μόρφωση και ούτε ιδιαίτερα καλή οικονομική κατάσταση. Ξέραμε ότι η αναπηρία στην Ελλάδα —και το ξέρουμε— είναι ένα ακριβό άθλημα και η σωστή κοινωνική ενσωμάτωση στην Ελλάδα δυστυχώς διαχρονικά σημαίνει αρκετό κόστος για την οικογένειά των αναπήρων. Αυτό που με έσωσε, όμως, ήταν ότι γονείς μου μου έλεγαν ένα πράγμα: το παιδί αυτό, ο Βαγγέλης, να μεγαλώσει σαν ένα «κανονικό» παιδί. Έτσι το έλεγαν. Τώρα το «κανονικό» το βάζουμε σε εισαγωγικά σε αυτή τη συζήτηση. Όμως, αυτό με έσωσε, γιατί, πρώτον, δεν με έστειλε σε ένα ίδρυμα. Πολλά παιδιά ανάπηρα μεγαλώνουν σήμερα και είναι ενήλικες ανάπηροι σε ιδρύματα —και αυτό είναι πολύ σοβαρό— και μεγαλώνουν. Όχι ότι δεν έχουν όλοι υποστηρικτικό οικογενειακό περιβάλλον, αλλά γιατί βρέθηκαν σε ένα πελαγωμένο οικογενειακό περιβάλλον, το οποίο δεν είχε τη διεπιστημονική έγκυρη υποστήριξη, όπως χρειαζόταν, για να κρατήσει και να φροντίσει το ανάπηρο μέλος η κάθε οικογένεια. Και επίσης, σκληραγωγήθηκα από μικρός. Δηλαδή, θα έβγαινα να βρω τα παιδιά της γειτονιάς, να παίξουμε όλοι μαζί, να βάλουμε την μπάλα ποδοσφαίρου σε μία σακούλα για να κάνει ήχο και να την ακούω, να την κυνηγάω και εγώ, να βρούμε παιχνίδια όπως η τυφλόμυγα, που μπορούσαν να παίζουν όλα τα παιδιά και εγώ να νιώθω ισότιμος και να κερδίζω κιόλας και να ‘χω μια ψυχολογία θετική σαν παιδί. Θα με άφηναν οι γονείς μου να συμμετέχω στο κρυφτό όσο μπορώ, χτυπώντας γόνατα, τρώγοντας τα μούτρα μου κλπ., γιατί όλα τα παιδιά μετρούσαν… Σαν παιδί το καλοκαίρι και τα σαββατοκύριακα ήξερες ότι έχεις περάσει καλά αν είχες σημάδια στα γόνατα και στα χέρια, ας πούμε, πάνω στο παιχνίδι από χτυπήματα κλπ. Ευτυχώς η οικογένειά μου δεν με άφησε να μεγαλώσω σε γυάλα και αυτό με βοήθησε αργότερα. Σαν παιδάκι, όμως, έλεγα, βλέποντας αλλά τυφλά παιδιά: «Μα γιατί αυτό έτσι; Γιατί τον έχουν καλομάθει τον Νίκο, τον Αντρέα, τον Γιώργο, το όποιο παιδάκι κι εσείς μου λέτε και με βάζετε;». Σαν παιδάκι μού κακοφαινόταν. Αλλά, αυτή η ισοτιμία που είχα μες στο σπίτι, μες στην οικογένεια —γιατί έχω άλλα δύο μικρότερα αδέλφια που βλέπουν. Η πάθησή μου δεν ήταν κληρονομική κλπ. Έτυχε να μου συμβεί, δεν υπήρχε όμως στην οικογένεια ούτε υπάρχει κάποιο παρόμοιο περιστατικό. Με τα αδέρφια μου, λοιπόν, θα μοιραζόμασταν και στο σπίτι κάποιες δουλειές. Θα μάθαινα να στρώσω το τραπέζι, να μαζέψω τα άπλυτα πιάτα, να τα βάλω στο νεροχύτη. Δεν ήμουν το παιδί που θα κάτσει και θα του τα ‘χουν όλα μασημένα και έτοιμα. Και όταν οι συγγενείς πήγαιναν να με κακομάθουν ή με ξεχώριζαν σε σχέση με τα αδέρφια μου, για να μη δημιουργηθεί πρόβλημα πάλι στην οικογένεια, πάλι ευτυχώς οι δικοί μου το οριοθετούσαν, με τα λίγα γράμματα που ήξεραν αλλά με την κοινωνική μόρφωση που ευτυχώς είχαν. Και έτσι, μπόρεσα να ενταχθώ και στο σχολείο, που ρωτήσατε. Θα είχα παιδιά που θα λέγανε «Πώς είναι έτσι τα μάτια του;» και μπορεί να άκουγα ότι γελάνε λίγο πίσω απ’ την πλάτη μου. Αλλά, παιδιά που θα με ρωτούσαν κάτι θα ήξερα να ανοίξω γέφυρα επικοινωνίας και να μιλήσω μαζί τους, γιατί είχα μία εξωστρέφεια, είχα και εγώ εικόνες, όχι με τα μάτια αλλά με όλες τις άλλες αισθήσεις. Θα είχα αγγίξει κάτι, θα είχα ακούσει κάτι, θα είχα πάρει σωστές περιγραφές από τους οικείους μου, άρα θα μπορούσα να μπω σε αρκετές συζητήσεις και να δουν οι συμμαθητές μου, οι φίλοι μου ότι, ναι, διαφέρω εξωτερικά με μια ματιά, έχω μια αναπηρία, αλλά αν με ρωτήσουν για αυτό το διαφορετικό που βλέπουν και τους λύσω τις απορίες, κατά τ’ άλλα μπορούμε να γίνουμε φίλοι, συνεργάτες συμμαθητές, να πάμε μαζί έχοντας τα ίδια χόμπι στον κινηματογράφο ή το θέατρο, να υποστηρίζουμε την ίδια ομάδα ή να τσακωθούμε γιατί είμαστε αντίπαλοι ποδοσφαιρικά κλπ. Άρα, ένιωθα και εγώ κανονικό παιδί χάρη στο ότι ζούσα ούτε παίρνοντας αδιαφορία αλλά ούτε παίρνοντας υπερπροστασία. 

E.K.: Είπατε ότι είχατε τον δικό σας τεχνολογικό εξοπλισμό. Δηλαδή;

Β.Α.:Ένα μεγάλο κομμάτι αυτό, πέραν της γραφής των τυφλών, η οποία βγαίνει από μία ειδική γραφομηχανή στην οποία εκπαιδευόμαστε και την οποία έπρεπε να αγοράσω τότε στο Δημοτικό. Γιατί ακόμα και σήμερα όλος ο εξοπλισμός που χρειάζεται ένα ανάπηρο παιδί δεν παρέχεται οργανωμένα από την Πολιτεία. Έχουν γίνει βήματα, αλλά όχι το ολοκληρωμένο πλαίσιο μέριμνας που χρειάζεται. Εκτός από τη μηχανή αυτή που αγόρασα έπρεπε να αγοράσω φορητό υπολογιστή για να πηγαίνω στο Γυμνάσιο, να πληρώνω για να κάνω μαθήματα στις [00:10:00]νέες τεχνολογίες, ιδιαίτερα. Γιατί; Γιατί έπρεπε να αγοράσω και το ειδικό πρόγραμμα που έχουν σήμερα οι υπολογιστές και τα κινητά μας —σήμερα ευτυχώς αυτό υπάρχει δωρεάν—, πρόγραμμα ανάγνωσης οθόνης, ένα πρόγραμμα που εγκαθιστούμε σε smartphone και υπολογιστές και ό,τι δείχνει η οθόνη αυτόματα μάς το μετατρέπει σε φωνή για να μπορούμε να το ακούμε και να ξέρουμε τι έχουμε γράψει, τι μας έχουν γράψει κλπ. Όλα δικά μας έξοδα. Τότε η τεχνολογία δεν είχε διαδοθεί και τόσο πολύ. Στο Γυμνάσιο μπήκα το 2000, άρα πιο ακριβά και τα κόστη. Φορητό εκτυπωτή να τον κουβαλάω μαζί μου στο σχολείο, γιατί οι καθηγητές μου δεν ήξεραν τη γραφή Braille και έπρεπε επί τόπου να τους εκτυπώνω την άσκηση μου, το διαγώνισμά μου, οτιδήποτε. Και αργότερα, στο πανεπιστήμιο, πάλι να έχω το σκάνερ μου για να μπορώ να σκανάρω τα πανεπιστημιακά συγγράμματα, να έρχονται στην οθόνη του υπολογιστή και να τα ακούω ή να πληρώνω με δικά μου έξοδα εθελοντές, συνεργάτες, όποιον μπορούσα για να μου ηχογραφεί γρήγορα ένα βιβλίο το οποίο έπρεπε σε λίγες μέρες εγώ να δώσω εξεταστική για κάποιο μάθημα στη σχολή. Όπως τα έξοδα παραμένουν και τώρα που ασκώ τη μάχιμη δικηγορία και πρέπει να έχω, καλύπτοντας εγώ τα έξοδα και χωρίς να μπορώ εγώ να μεταφέρω, βέβαια, το κόστος στους πελάτες μου, γιατί ζούμε στην ελεύθερη αγορά και κάνω ένα ελεύθερο επάγγελμα, άρα πρέπει να απορροφώ τα κόστη μίας γραμματειακής υποστήριξης για δημόσιες υπηρεσίες που δεν έχουν ηλεκτρονικές διαδικασίες, για αιτήσεις που πρέπει να υπογράφω και πρέπει να επιβεβαιώνω ότι υπογράφω —είναι αιτήσεις για βλέποντες—, για φακέλους που πρέπει να παίρνω τα αντίγραφα τους, για ανακοινώσεις δημοσίων υπηρεσιών που απλά είναι τοιχοκολλημένες σε χαρτί Α4 στην πόρτα και πρέπει κάποιος να μου πει τι συμβαίνει και τι λένε. Και για συνοδεία από και προς σε όλες αυτές τις δουλειές που θέλει να βρεθεί κάποιος ελεύθερος επαγγελματίας, γιατί τα μέσα μεταφοράς δεν πάνε παντού, χάνεις περισσότερο χρόνο. Δεν μπορώ να οδηγήσω, φυσικά, γιατί είμαι τυφλός, άρα παραπάνω έξοδα και σε ταξί. Και όμως, προσπαθώ να κρατήσω όλα αυτά που θέλω να κάνω, ανοίγοντας και έναν δρόμο και χάρη και στη δική σας βοήθεια και σ’ αυτή την αφήγηση και σε επόμενες γενιές οπτικά αναπήρων ατόμων να το παλέψουν, γιατί γίνονται όλο και καλύτερα τα πράγματα.

Ε.Κ.: Τι σας κινητοποίησε να γίνετε δικηγόρος;

Β.Α.:Έγραφα πολύ καλές εκθέσεις από το σχολείο, παρακολουθούσα πάρα πολλές ταινίες με δικαστήρια, μου άρεσε όλη αυτή η κατάσταση. Και επειδή πολλές φορές δεν είχα τα βιβλία μου στην ώρα τους, πολλές φορές με αντιμετώπιζαν κάποιοι διαφορετικά, δηλαδή είτε με αποκλεισμό είτε χαριστικά. Πάντως, βίωνα είτε θετική είτε αρνητική διακριτική μεταχείριση, και σαν μαθητής ακόμα, και έπρεπε να πάω να πω: «Όχι. Θέλω να ‘μαι απλά ισότιμος. Θέλω μία ισότιμη αντιμετώπιση». Έπρεπε να διεκδικώ τα αυτονόητα από νωρίς. Αυτό σημαίνει ότι είχα μπει στο πνεύμα αυτής της δουλειάς. Μου άρεζε κιόλας και ένιωσα ότι το έκανα… Έχει σχέση και με τα ανθρώπινα δικαιώματα πάρα πολύ. Βρέθηκα ήδη από νωρίς να διεκδικώ και για άλλους. Στο σχολείο ήμουνα πρόεδρος του πενταμελούς και στο δεκαπενταμελές αργότερα. Βρέθηκα από νωρίς σε αναπηρικούς συλλόγους στην Ελλάδα και το εξωτερικό παλεύοντας για πανελλαδικά και όχι μόνο αιτήματα. Όλο αυτό, νομίζω, με έπλασε και με έκανε καλό στη δουλειά μου σήμερα.

Ε.Κ.:  Θα λέγατε ότι το κράτος στηρίζει επαρκώς τους ανθρώπους με ειδικές ανάγκες;

Β.Α.:Να πούμε ότι αυτοπροσδιοριζόμαστε σαν άτομα με αναπηρία —είναι και συνταγματικά κατοχυρωμένος ο όρος— και αφήνουμε τους παλαιότερους όρους, όπως άτομα με ειδικές ικανότητες ή άτομα με ειδικές ανάγκες ή άτομα που βλέπουν με τα μάτια της ψυχής. Όλα αυτά είναι δημοσιογραφικοί τίτλοι που δεν βοηθάνε. Το λέω γενικότερα και όχι για εσάς, φυσικά, για να ενωθεί στο μοντάζ και να είναι δική μου τοποθέτηση, έτσι; Δεν σχολιάζω τώρα την ερώτηση. Είναι, όμως, μια καλή αφορμή να πούμε και σε όλον τον κόσμο ότι πρέπει να σπάει τον πάγο και να μιλάει όπως νιώθει μαζί μας και να ανοίγει γέφυρες επικοινωνίας και να μας ρωτάνε αν θέλουμε βοήθεια και να του πούμε «Ναι», να μας ρωτάει και πώς θέλουμε αυτή τη βοήθεια. Το κράτος σίγουρα κάτι δεν κάνει καλά. Γιατί; Γιατί στην Ελλάδα είμαστε πάνω από ένα εκατομμύριο ανάπηροι συμπολίτες σας, κωφοί, κινητικά ανάπηροι, τυφλοί και με αόρατες αναπηρίες, όλοι μαζί. Δηλαδή, ένας στους δέκα γύρω σας, όπου κι αν συναντάτε ανθρώπους, στην ουρά μιας τράπεζας, στη βόλτα που θα πάτε [00:15:00]στη γειτονιά, στην πολυκατοικία σας, στο σχολείο των παιδιών σας, στον χώρο εργασίας, οπουδήποτε, στην καφετέρια, θα πρέπει ένας στους δέκα να έχει μία αναπηρία, όχι επειδή το λέω εγώ, τόση είναι η καταμέτρηση. Δεν μας συναντάτε, όμως, τόσο συχνά γύρω σας, τουλάχιστον στην Ελλάδα. Γιατί; Γιατί είναι τόσα πολλά τα εμπόδια, που δεν είναι εύκολο όλοι να τα παλεύουν καθημερινά για να τα ξεπεράσουν. Αυτό δυστυχώς συμβαίνει. Και έτσι, υπάρχει η περιθωριοποίηση κι ο αποκλεισμός, που πρέπει όλοι μαζί, και κράτος και πολίτες, αυτό να το καταπολεμήσουμε.

Ε.Κ.:Σ’ αυτό το σημείο, πώς αποφασίσατε να ιδρύσετε τη δική σας Αστική Μη Κερδοσκοπική Εταιρεία «Με Άλλα Μάτια»;

Β.Α.: Το «Με Άλλα Μάτια» ξεκίνησε από ένα απλό blogspot, στο οποίο το 2011 ξεκινάω να θέλω να αρχίσω να βάζω δικά μου άρθρα και άρθρα άλλων συνανάπηρων φίλων, δηλαδή ανθρώπων με άλλου είδους αναπηρίες, και των οικογενειών μας, που νιώθουμε ότι δεν μπορούμε κάπου αλλού να εκφραστούμε. Τα Μέσα Ενημέρωσης θέλαν να φιλοξενούν μόνο προβλήματα αναπήρων, θλιβερή προσέγγιση της ζωής των αναπήρων ατόμων, βαριές, συγκινητικές ιστορίες, χωρίς όμως να φιλοξενούν θετικά πρότυπα και θετικές ειδήσεις και εξελίξεις που βελτιώνουν την ζωή των αναπήρων κλπ. Εμείς θέλαμε να δείξουμε και τη θετική καθημερινότητα και να βγουν και πολλά άλλα πράγματα προς τα έξω. Και επίσης, θέλαμε μέσα από το meallamatia.gr για αρχή, μια ιστοσελίδα που εξελίχθηκε μετά, να χτυπάμε την υποεκπροσώπηση των αναπήρων στο δημόσιο λόγο. Όσες φορές μάς δινόταν ένα δημόσιο βήμα σε μια εφημερίδα, σε ένα ραδιόφωνο, στην τηλεόραση, μας ρωτούσαν πράγματα γύρω από την αναπηρία μας. Όμως, εκτός από ανάπηροι είμαστε και επιστήμονες, μαθητές, φοιτητές, εργαζόμενοι, οικογενειάρχες πολλοί από εμάς, σύντροφοι, αδέλφια. Έχουμε πάρα, πάρα πολλές άλλες ιδιότητες και κανείς δεν μας καλούσε σε ένα πάνελ, σε μία συζήτηση για κάποια από αυτές τις ιδιότητές μας. Πάντα όλα περιστρέφονταν γύρω απ’ την αναπηρία. Θέλαμε, λοιπόν, να δείξουμε το πολυδιάστατο, ότι η αναπηρία είναι αναπόσπαστο κομμάτι της ταυτότητάς μας και της προσωπικότητάς μας, αλλά δεν είναι μόνο αυτή, δεν μας καθορίζει. Και γι’ αυτό ξεκίνησε το meallamatia.gr. Το 2018, επειδή κάναμε πάρα πολλές ήδη μέχρι τότε εθελοντικές δράσεις εξοικείωσης του κοινού με την αναπηρία και εκπαιδευτικά προγράμματα και βιωματικές εκδηλώσεις και διαδραστικές πρωτοβουλίες σε όλη την Ελλάδα, όλο αυτό το εθελοντικό μαζεύτηκε και έγινε Αστική Μη Κερδοσκοπική Εταιρεία, η ΑΜΚΕ «Με Άλλα Μάτια» το 2018, και τρέχουμε διάφορα project για τη συμπερίληψη και την προσβασιμότητα. Δεν επιχορηγούμαστε κρατικά. Λειτουργούμε στον ιδιωτικό τομέα. Είμαστε μία Κοινωνική Επιχείρηση που δίνει θέσεις εργασίας κατά προτεραιότητα σε άτομα με κινητική, οπτική και ακουστική βλάβη και ασχολούμαστε τόσο με την προσβασιμότητα στο δομημένο περιβάλλον, να προτείνουμε βελτιώσεις, να συντάξουμε μελέτες για διορθώσεις προσβασιμότητας σε Δήμους, σε εταιρείες κλπ., αλλά και με την προσβασιμότητα στο ψηφιακό περιβάλλον, να αξιολογούμε σελίδες για το αν είναι προσβάσιμες, να κατασκευάζουμε ιστοσελίδες και e-shop, να εκπαιδεύουμε στην προσβάσιμη επικοινωνία, social media κλπ., τμήματα marketing και ανθρώπους που ασχολούνται με αυτά, να κάνουμε προγράμματα εκπαίδευσης των ανθρώπων που θέλουν να προσλάβουν ανάπηρα άτομα στην επιχείρησή τους αλλά δεν ξέρουν πώς να τους ενσωματώσουν, πώς να τους εντάξουν σε όλο αυτό. Ένα ευρύ φάσμα, με πρώτο, βέβαια, και κύριο την άδεια που έχουμε για να υλοποιούμε εκπαιδευτικό πρόγραμμα στα σχολεία για την εξοικείωση των μαθητών με την αναπηρία. Λέω πάρα πολλά;

Ε.Κ.: Όχι, καθόλου, μην το λέτε. Ήθελα να σας ρωτήσω: Ιδίως στο κομμάτι των επιχειρήσεων, θα λέγατε ότι προσαρμόζονται σχετικά άμεσα σ’ αυτά που τους συμβουλεύετε;

Β.Α.:Είναι σημαντικό το ότι τα τελευταία χρόνια και οι πολυεθνικές έχουν μία τέτοια κατεύθυνση αλλά και γενικά επηρεαζόμαστε θετικά και απ’ το εξωτερικό. Και στην Ελλάδα βλέπουμε πολλά project αλλά και τμήματα σε εταιρείες για το «diversity and inclusion», δηλαδή για τη συμπερίληψη και τη διαφορετικότητα. Έχει αρχίσει κάτι να αλλάζει. Σίγουρα στον ιδιωτικό τομέα πρέπει να γίνουν βήματα και πρέπει και το κράτος να δώσει παραπάνω κίνητρα για την απασχόληση αναπήρων εργαζομένων. Έρευνες έχουν δείξει ότι οι συμπεριληπτικές ομάδες, οι ομάδες που συναποτελούνται και σέβονται την διαφορετικότητα, και στο εργασιακό περιβάλλον μπορεί να είναι πιο δημιουργικές, πιο [00:20:00]παραγωγικές, να διακριθούν σε επίπεδα καινοτομίας. Και σίγουρα μια εταιρεία δεν πρέπει να απευθύνεται σε πολυσυλλεκτικό καταναλωτικό κοινό όταν δεν είναι πολυσυλλεκτική η ίδια, γιατί έτσι δεν θα ‘χει ένα μωσαϊκό εργαζομένων που να τη βοηθούν να σχεδιάζει και να καλύπτει όλα τα κριτήρια, αλλά θα έχει κάτι πάρα πολύ φοβικό και συγκεκριμένο που δεν θα μπορεί αυτό να γίνει αρεστό στη διευρυμένη μάζα του καταναλωτικού κοινού στην οποία απευθύνεται. Άρα, υπάρχουν πολλά θετικά παραδείγματα. Και πολλές θέσεις εργασίας που έχουν δοθεί σε ανάπηρα άτομα λειτουργούν σαν καλή πρακτική στο χώρο η μία εταιρεία για την άλλη. Σίγουρα θέλει, όμως, πολλά βήματα και να αναλάβει κι η ελληνική Πολιτεία τις ευθύνες της και να κάνει προσλήψεις με βάση τις σύγχρονες ικανότητες και τη σύγχρονη εκπαίδευση και κατάρτιση των αναπήρων ατόμων και όχι με κάποια νομοθεσία όπως αυτή έχει καταρτιστεί πριν δεκαπέντε είκοσι χρόνια και προβλέπει κάποια συγκεκριμένα επαγγέλματα για αναπήρους, τη στιγμή όμως που η τεχνολογία επιτρέπει στους αναπήρους να κάνουν σχεδόν τα πάντα.

Ε.Κ.:Τι αλλαγές, λοιπόν, πρέπει να γίνουν ακόμα;

Β.Α.: Πρέπει για αρχή, για να μην περιμένουμε ποιος θα έρθει να αλλάξει τον κόσμο, να αρχίσουμε να αλλάζουμε εμείς οι ίδιοι, να καταλάβουμε ότι πρέπει να εμπιστευθούμε όλες τις αισθήσεις μας, ότι δεν υπερέχει κάποια ικανότητα σε σχέση με κάποια άλλη. Αν σας πω να φέρετε στο μυαλό σας όλες και όλοι που μας ακούτε τώρα ένα λουλούδι, το λουλούδι δεν είναι μόνο οπτικό φαινόμενο. Ένα κόκκινο τριαντάφυλλο μπορείτε να το μυρίσετε, μπορείτε να το αγγίξετε και να δείτε πώς είναι τα πέταλα και να προσέξετε τα αγκάθια. Με αυτό το παράδειγμα τι θέλω να πω; Ότι πρέπει να αρχίσουμε να βλέπουμε… Γύρω μας η διαφορετικότητα υπάρχει έτσι κι αλλιώς. Ίσως πολλοί εθελοτυφλούμε και δεν θέλουμε να τη βλέπουμε. Πρέπει να τη βλέπουμε, να την κατανοούμε, γιατί εγώ γεννήθηκα τυφλός, αλλά μια ασθένεια, ένα ατύχημα δυστυχώς μπορεί ανά πάσα στιγμή να φέρει κάποια ή κάποιον στη θέση ενός ανάπηρου ατόμου. Άρα, πρέπει να λειτουργούμε προληπτικά και συμπεριληπτικά πριν να είναι αργά, να σχεδιάζουμε εξαρχής κάτι για όλους.

Ε.Κ.:Θα θέλατε να προσθέσετε κάτι άλλο;

Β.Α.:Ασχολούμαι ενεργά και με την Τοπική Αυτοδιοίκηση τα τελευταία γεμάτα έντεκα χρόνια. Εκεί συνάντησα το φαινόμενο πολλοί να θέλουν έναν ανάπηρο υποψήφιο στα ψηφοδέλτια για τη φωτογραφία, για την εκμετάλλευση του διαφορετικού με την αρνητική έννοια, για να προσελκύουν ψήφους με δακρύβρεχτο τρόπο. Ευτυχώς μου δόθηκαν οι ευκαιρίες κόντρα σε δυσπιστία, κόντρα σε πολλές συνθήκες, κόντρα και σε κόμπλεξ ακόμα ανθρώπων στην Αυτοδιοίκηση που δεν ήθελαν… Στο Ίλιον, για παράδειγμα, που βρέθηκα αντιδήμαρχος, στην ίδια μου την παράταξη δεν ήθελαν κάποιοι να είναι κάποιος ανάπηρος πιο παραγωγικός από αυτούς. Μου δόθηκαν, όμως, ευκαιρίες να αποδείξω και να μπορώ τώρα να καλώ τον κόσμο να εμπιστεύεται κάποιον όχι επειδή βλέπει ότι η ψήφος σε έναν ανάπηρο άνθρωπο είναι καλή πράξη για όλες τις άλλες καλές πράξεις που δεν του έκανε στο παρελθόν. Πρέπει να ψάχνουμε την αλήθεια πίσω από τη βιτρίνα και κάπου στη μέση, να λύσουμε όσες απορίες έχουμε για την αναπηρία και για ό,τι μας φαίνεται διαφορετικό και μετά να κρίνουμε και να προσεγγίσουμε κάποιον για το αν μας κάνει ή δεν μας κάνει για τη δουλειά και για το θέμα που τον χρειαζόμαστε και τον θέλουμε, τον όποιο άνθρωπο. Άρα, να μην πηγαίνουμε στα άκρα. Το ότι έχουμε παραλείψει να κάνουμε πράγματα για να ενταχθούν οι ανάπηροι συνάνθρωποί μας δεν ισοφαρίζεται με το να πάμε σε υπερβολική ευαισθητοποίηση και σε φιλανθρωπικές κινήσεις που θα καθησυχάζουν συνειδήσεις και θα νομίζουμε ότι τους επιβραβεύουμε επειδή έτυχε να παρκάρουμε τις τελευταίες δέκα φορές στο πεζοδρόμιο ή να πιάσουμε μία αναπηρική θέση στάθμευσης για λίγο στο σουπερμάρκετ. Εκπαίδευση, ξεκινώντας την αλλαγή από μέσα μας και από τα παιδιά μας. Αυτό θέλω να πω.

Ε.Κ.:Ποιοι είναι οι επόμενοι στόχοι σας;

Β.Α.:Θέλω κάθε βράδυ, επειδή κάνω πάρα πολλά πράγματα και δουλεύω πολλές ώρες τη μέρα, να ‘χω έναν λόγο που να τον σκέφτομαι και να πω «Σήμερα είμαι χαρούμενος για το τάδε πράγμα» και να κοιμάμαι ήσυχος, χαρούμενος και χαμογελαστός. Δεν θέλω να κάνω μακροπρόθεσμα σχέδια. Θέλω να μπορώ να ζω και να συλλέγω στιγμές κάθε μέρα, κάθε τόσο, να έχω όμορφες στιγμές με εμένα και με τους συνανθρώπους γύρω μας. [00:25:00]Όλοι και λόγω της πανδημίας χάσαμε κάποιον δικό μας ή παραλίγο να χάσουμε κάποιον και ήταν μια αφορμή αυτή η πανδημία να επαναπροσδιορίσουμε λίγο τα κριτήριά μας και το πόσο μακριά είναι η ευτυχία η από εμάς, τι σημαίνει ευτυχία, πώς μπορούμε να την κατακτήσουμε κλπ. Και αυτό είναι και ένα μήνυμα που θέλω να στείλω μέσα απ’ αυτή τη συνέντευξη: να μην γκρινιάζουμε με την παραμικρή δυσκολία, με το παραμικρό εμπόδιο και να μην αναλωνόμαστε στο να κυνηγάμε το μέλλον και να χάνουμε το τώρα. Πρέπει πάντα να σκεφτόμαστε τις λύσεις, τις εναλλακτικές αυτές που θα μας δείξουν ότι η ζωή συνεχίζεται παρά τις όποιες δυσκολίες της.

Ε.Κ.:Ωραία. Σας ευχαριστώ πολύ.

Πηγή: archive.istorima.org