Main content

avgoulas1Του Βαγγέλη Αυγουλά

Το αποτέλεσμα των Γερμανικών εκλογών δεν έχει ακόμα οδηγήσει στο σχηματισμό κυβέρνησης και όλα είναι πιθανά αλλά οι κρυφές διαβουλεύσεις, οι διαρροές , τα non papers, οι «αποκλειστικές πληροφορίες. Ακόμα και  οι «ψεύτικες ειδήσεις» ( στα σύγχρονα Ελληνικά επονομαζόμενες fake news) έχουν δημιουργήσει ήδη σχεδιασμούς, διαβουλεύσεις πριν της ώρας τους, σχόλια και – κυρίως- φόβους.

Και ερχόμαστε στο προκείμενο: Το ιδιαίτερο ενδιαφέρον της Ελλάδος  γύρω από τα Γερμανικά πολιτικά πράγματα, στα εξαιρετικής σημασίας θέματα που μας ταλαιπωρούν χρόνια και γύρω από τα οποία, οι ελληνικές κυβερνήσεις είχαν «οικοδομήσει» κάποιες σχέσεις , άλλες καλές και άλλες κακές. Τι θα γίνει τώρα;  Τι «μας συμφέρει»; Τι «μας καταδικάζει»; Τι  «μας δημιουργεί φόβους»; Υπάρχει κάτι που μας αφήνει αδιάφορους;

Για το τελευταίο, οφείλω να πω ότι δεν ισχύει. Για τα άλλα τρία, ο  χρόνος θα δείξει. Αλλά εξετάζοντας τις μέχρι στιγμής πιθανολογούμενες εξελίξεις, πολύ εύστοχα το reader.gr  γράφει για  «πικρό αντίο της Αθήνας στον «Βόλφι» και για « Αγωνία για την επόμενη μέρα».

Έτσι ακριβώς είναι τα πράγματα. Και επειδή τα τελευταία 5-6 χρόνια της μεγάλης κρίσης, τα είδαμε …ΟΛΑ,  δεν νομίζω ότι υπάρχει Έλλην εχέφρων , λογικός  ή απλώς  σοβαρός που θα τολμήσει να ψελλίσει φράσεις όπως «Και τι με νοιάζει εμένα τι γίνεται στη Γερμανία;» γιατί γνωρίζουμε πλέον πολύ καλά ότι μας νοιάζει και μας παρανοιάζει.

Βεβαίως – και το είπαμε αυτό προηγουμένως- δεδομένο δεν θεωρείται, ούτε πρέπει να θεωρείται τίποτε. Τα γραπτά και τα προφορικά όμως σχόλια επιμένουν ότι  η πρώτη , σχεδόν σίγουρη αλλαγή- μέχρι στιγμής- θεωρείται η απομάκρυνση του Σόιμπλε από το Υπουργείο Οικονομικών.

Περί τίνος λοιπόν πρόκειται;  Πρόκειται περί ευχής ή περί κατάρας  για την Ελλάδα η αποχώρηση του Βόλφγκανγκ Σόιμπλε από το  Υπουργείο Οικονομικών;  Και τι γίνεται στους «στενούς κύκλους» της κυβέρνησής μας;  Οι πληροφορίες είναι ότι  δεν είναι βέβαιοι αν πρέπει να πανηγυρίσουν ή να προβληματιστούν. Ακόμα. Φυσικά,  την αρχική ψυχραιμία το απόγευμα της Κυριακής, μετά τα exit poll των γερμανικών εκλογών, διαδέχθηκε ο προβληματισμός τόσο για την άνοδο της ακροδεξιάς όσο και για τα «μαθηματικά» του κυβερνητικού συνασπισμού που δείχνουν... «Τζαμάικα».

Αν και τα σενάρια που ακούγονται -και που πιθανότατα θα ακούγονται για αρκετές εβδομάδες ακόμη- για τη διάδοχη κατάσταση είναι πολλά, το βέβαιο είναι πως, όποιος και να είναι ο νέος ΥΠΟΙΚ μάλλον θα «πατήσει» πάνω στα πεπραγμένα του προκατόχου του αλλά ούτε σε όλες τις εξειδικευμένες «περιπτώσεις», ούτε με σιγουριά σε αρκετές απ΄ αυτές.

Ο «εφιάλτης» του Μαξίμου

Σύμφωνα με ανάλυση του Αιμίλιου Περδικάρη, η διαφαινόμενη συμμετοχή των Φιλελευθέρων του FDP στο κυβερνητικό σχήμα και το ενδεχόμενο να διαδεχθεί τον Σόιμπλε ο πρόεδρος του FDP Κρίστιαν Λίντνερ ισοδυναμεί με τους χειρότερους εφιάλτες του Μαξίμου. Ο λόγος είναι η σκληρή γραμμή των Φιλελευθέρων και του επικεφαλής τους. Από την εποχή του πρώτου μνημονίου, άλλωστε, και του τότε επικεφαλής του FDP και υπουργού Οικονομίας, Φίλιπ Ρέσλερ είχαν διαφανεί οι προθέσεις τους για την Ελλάδα: πολέμιοι των προγραμμάτων στήριξης, υποστηρικτές του Grexit και της αυστηρής επιτροπείας και λιτότητας, θιασώτες της λογικής «ούτε ένα ευρώ στους Έλληνες». Πρόσφατα μάλιστα ο Λίντνερ δήλωσε χωρίς περιστροφές ότι είναι αντίθετος σε οποιαδήποτε συζήτηση για νέα χρηματοδοτική στήριξη της Ελλάδας ή αναδιάρθρωση του χρέους της. Εξ ου και το χθεσινό δημοσίευμα της Handelsblatt, το οποίο αναφέρει πως τα δύσκολα είναι μπροστά για την Ελλάδα, μετά τις γερμανικές εκλογές...

Αισθητά καλύτερα φαίνεται πως θα είναι τα πράγματα στην περίπτωση που στο ΥΠΟΙΚ προωθηθεί στέλεχος των Πρασίνων ή ακόμη και δύο γνωστοί μας από τις διαπραγματεύσεις, τα ονόματα των οποίων «παίζουν» έντονα από χθες το απόγευμα. Πρόκειται για τον επικεφαλής του ESM, Κλάους Ρέγκλινγκ - ο οποίος, βέβαια, έχει το ρόλο του πιο σκληρού των ευρωπαϊκών Θεσμών - και τον επικεφαλής της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων, Βέρνερ Χόιερ. Η εμβληματική  παρουσία και η παροιμιώδης ισχυρογνωμοσύνη του Βόλφγκανγκ Σόιμπλε «σφράγισαν» την οχταετή του παρουσία στο υπουργείο Οικονομικών της σημαντικότερης οικονομίας της Ευρώπης, γι αυτό και το  μεγάλο ερώτημα που τίθεται πλέον  είναι ποιος θα τον διαδεχθεί τώρα.

Ο Κρίστιαν Λίντνερ;

Σύμφωνα με το επικρατέστερο σενάριο, το χαρτοφυλάκιο θα περάσει στα χέρια του FDP, του κόμματος των Φιλελευθέρων που θα αποτελέσει, όπως όλα δείχνουν, τον έναν από τους τρεις πόλους του κυβερνητικού συνασπισμού «Τζαμάικα». Αν γίνει αυτό, ο 38χρονος ηγέτης του κόμματος Κρίστιαν Λίντνερ είναι ο επικρατέστερος για τη θέση. Η κινητήριος δύναμη πίσω από την ανάκαμψη των Φιλελευθέρων από το 2013, ο Λίντνερ ήταν ο νεότερος βουλευτής στο κρατίδιο της Βόρειας Ρινανίας – Βεστφαλίας όταν μπήκε στη Βουλή το 2000 σε ηλικία μόλις 21 ετών. Έχει μάστερ στην πολιτική επιστήμη και πριν ξεκινήσει την πολιτική του καριέρα εργάστηκε ως σύμβουλος και ιδρυτής διαδικτυακής startup. Δεν έχει θητεύσει ποτέ ως υπουργός, ωστόσο οι σχέσεις του με την καγκελάριο δεν είναι και οι καλύτερες.

Ο Βόλφγκανγκ Κουμπίκι;

Ο «μυς»  πίσω από την ανάκαμψη του FDP. Δικηγόρος με μικρή κοινοβουλευτική εμπειρία κατά τη δεκαετία του 1990, συνέβαλε στη δημιουργία μιας κυβέρνησης στο κρατίδιο Σλέσβιχ-Χόλσταϊν μαζί με τους χριστιανοδημοκράτες και τους Πράσινους, κάτι που ίσως αποτελέσει τώρα εθνικό μοντέλο. Είναι 65 ετών.

Ο Φόλκερ Βίσινγκ;  

Ο 47χρονος Φιλελεύθερος, δικηγόρος με μεγάλη πολιτική εμπειρία στα οικονομικά καθώς έχει υπάρξει μέλος πολλών επιτροπών οικονομικής και φορολογικής πολιτικής ενώ στο παρελθόν έχει συνεργαστεί στενά με τους Πράσινους στην κυβέρνηση του κρατιδίου Ρηνανίας-Παλατινάτου, όπου είναι υπουργός Οικονομικών.

 Ή ο 50χρονος Αλεξάντερ Γκραφ Λαμπσντορφ;

Αντιπρόεδρος της Ευρωβουλής, ο Λάμπσντορφ είναι κάτοχος μάστερ από το Πανεπιστήμιο Georgetown. Ξεκίνησε τη διπλωματική του καριέρα στα μέσα της δεκαετίας του 1990, υπηρετώντας στη γερμανική πρεσβεία στην Ουάσινγκτον. Είναι ανιψιός του Ότο Γκραφ Λάμπσντορφ, υπουργού Οικονομικών στις κυβερνήσεις των Χέλμουτ Σμιτ και Χέλμουτ Κολ.

Υπάρχουν κι άλλοι υποψήφιοι. Αλλά προς το παρόν ας επικεντρωθούμε σ αυτούς μόνο. Αλλά μήπως αυτό πού μας «έρχεται» θα είναι χειρότερο απ΄ αυτό που «είχαμε»;