Main content

paraskhnio tetradia 600

Του Βαγγέλη Αυγουλά

Λίγα λόγια και καλά γιατί κοντά στο νου κι η γνώση : Το ποσό του 1 τρισεκατομμυρίου δολαρίων ζητά η Πολωνία από τη Γερμανία ως αποζημίωση για τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, σύμφωνα με τον υπουργό Εξωτερικών Βιτόλντ Βαστσικόφσκι. Με δηλώσεις του σε ραδιοφωνικό σταθμό, ο Βαστσικόφσκι υποστήριξε ότι πρέπει να υπάρξουν σοβαρές συνομιλίες :   «Πρέπει να βρούμε έναν τρόπο για να ασχοληθούμε με τις γερμανο-πολωνικές σχέσεις, οι οποίες επισκιάζονται από τη γερμανική επιθετικότητα του 1939 και τα άλυτα μεταπολεμική θέματα.» είπε. Και πρόσθεσε δε ότι οι υλικές απώλειες της Πολωνίας υπολογίζονται περίπου στο1 τρισεκατομμύριο  δολάρια, ενδεχομένως και παραπάνω.

Περίπου έξι εκατομμύρια Πολωνοί πολίτες, συμπεριλαμβανομένων περίπου τριών εκατομμυρίων Εβραίων, σκοτώθηκαν κατά τη διάρκεια του πολέμου και μεγάλο μέρος της Βαρσοβίας καταστράφηκε. Ο Βιτόλντ Βαστσικόφσκι από την πλευρά του απέφυγε να απαντήσει πότε η Πολωνία θα δημοσιοποιήσει την επίσημη θέση της σχετικά με τους επαναπατρισμούς.

Και βέβαια δεν είμαι σε θέση να γνωρίζω την τροπή πού θα πάρει αυτή η δυναμική διεκδίκηση της Πολωνίας που έχει κάθε λόγο να επιμένει αφού ανήκει κι αυτή, όπως και η Ελλάδα, στην μεγάλη ομάδα των χωρών που διεκδικούν – ή ΔΕΝ διεκδικούν, αναλόγως εσωτερικών τους προβληματισμών- οφειλόμενες αποζημιώσεις από τη Γερμανία.

Παράλληλα, πρέπει να αναφέρουμε ότι η «ιστορία» της Πολωνικής «εμπλοκής»  στο Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο δεν είχε καμία σχέση  με την Ελληνική δεδομένου ότι συνόρευε και με τη Γερμανία και με τη Σοβιετική Ένωση και υπέφερε τα πάνδεινα και από τους δύο. Κατελήφθη και από τους δυο, διαμελίστηκε και έμεινε υπό κατοχή  από την 1η Σεπτεμβρίου 1939  (και ουσιαστικά σηματοδότησε την έναρξη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου), μία εβδομάδα μετά την υπογραφή του συμφώνου  μη επίθεσης μεταξύ Γερμανίας – ΕΣΣΔ που πήρε την ονομασία Σύμφωνο Ρίμπεντροπ-Μολότωφ μεταξύ Γερμανίας και Σοβιετικής Ένωσης.

Δεκαεπτά ημέρες μετά την έναρξη της γερμανικής εισβολής και στο πλαίσιο του συμφώνου αυτού, ακολούθησε η σοβιετική εισβολή. Στις 6 Οκτωβρίου 1939 η Πολωνία είχε πλέον υποταγεί πλήρως. Η Σοβιετική κατοχή τερματίσθηκε με την έναρξη της Επιχείρησης Μπαρμπαρόσσα, την εισβολή, δηλαδή, της Γερμανίας στην ΕΣΣΔ το καλοκαίρι του 1941. «Χάθηκε» η μισή Πολωνία που «έμεινε» στους Σοβιετικούς και η άλλη μισή υπέστη συστηματική λεηλασία, με αποτέλεσμα να επικρατήσουν συνθήκες λιμού ήδη από το 1941. Η "αποθήκη εργατικών χειρών", όπως θεωρούσαν την Πολωνία οι Εθνικοσοσιαλιστές, έγινε επίσης αντικείμενο εκμετάλλευσης. Κατά τη διάρκεια της γερμανικής κατοχής περισσότεροι από 1.000.000 Πολωνοί εργάτες μεταφέρθηκαν για εργασία σε Γερμανικές εγκαταστάσεις της πολεμικής βιομηχανίας του Ράιχ για καταναγκαστική εργασία. Χωρίς αμφιβολία όμως , η Πολωνία ήταν η χώρα που υπέφερε περισσότερο από όλες όσες ενεπλάκησαν στον Πόλεμο, με εξαίρεση την ίδια την Γερμανία: Έχασε πάνω από επτά εκατομμύρια πολίτες της, τρία από τα οποία ήταν Πολωνοεβραίοι.

Ανεξάρτητα από το τι διαθέσεις είχαν οι Πολωνοί απέναντι στους Σοβιετικούς και πως εξελίχθηκαν οι σχέσεις τους ,η Πολωνία έχει κάθε δικαίωμα να ζητά από τους Γερμανούς αποζημιώσεις.

Και πάμε στην Ελλάδα που τα τι πρέπει να κάνει, ακόμα «το σκέφτεται».

Στο βιβλίο του "Πολεμικές Αποζημιώσεις και Κατοχικό Δάνειο " που κυκλοφόρησε ως ειδική ιστορική καταγραφή, στη σειρά "Τετράδια Ιστορίας" της εβδομαδιαίας εφημερίδας "Παρασκήνιο" της 15/2/ 2014,ο Δημήτρης  Κωνσταντάρας γράφει :

« Τα τελευταία χρόνια, οι Ευρωπαίοι αλλά και Αμερικανοί «ειδικοί» –που υποτίθεται ότι ξέρουν καλύτερα απ’ όλους μας αλλά αρνούνται να το παραδεχτούν on the record και κατευνάζουν πρόχειρα τις τύψεις τους με «διαρροές» και «φήμες»– δεν διστάζουν να καταθέσουν η Ελλάδα μετατράπηκε μεθοδικά, σχεδιασμένα και με απόλυτη επίγνωση και δόλο σε «πειραματόζωο» της οικονομικής κυρίαρχης ελίτ, για μια «πειθαρχημένη Ευρώπη» στον δημοσιονομικό τομέα. Τη γνώμη αυτή σπεύδουν να ασπαστούν και Έλληνες δημοσιογράφοι, καθηγητές και πολιτικοί, αποποιούμενοι τις δικές τους ευθύνες και προσπαθώντας με έμμεσο τρόπο να πείσουν τον λαό –που δυστυχεί και βλέπει την πατρίδα του να μετατρέπεται σε… Μπάγκλα Ντες και να χάνεται– να πιστέψει ότι φταίει κάποιος άλλος.

Στη σύγχρονη Ελλάδα της κρίσης, ο Έλληνας υποφέρει, πονά, πεινά, κρυώνει και θρηνεί, αλλά ντρέπεται ακόμα –πλην ακραίων και εξαθλιωμένων εξαιρέσεων– να το πει ανοιχτά και προσπαθεί στην πλειονότητά του να δείξει αξιοπρέπεια, να πηγαίνει «σεμνά και ταπεινά» στα συσσίτια των Δήμων και της Εκκλησίας χωρίς να το διαφημίζει, να διαμαρτύρεται με βαριά λόγια, αλλά από τον φθαρμένο καναπέ του παγωμένου σαλονιού του, αποψιλωμένου από όλα τα αντικείμενα αξίας, αφού έχουν ήδη πάει «υπέρ πίστεως και πατρίδος» για… «σκότωμα», και, τώρα πια, χωρίς οτιδήποτε ξύλινο, το οποίο έχει μπει στη σόμπα ή στα αυτοσχέδια μαγκάλια.

Οι ηγέτες των ισχυρών ευρωπαϊκών χωρών, με προεξάρχουσα τη Γερμανία, χρησιμοποιώντας ένα σχέδιο κατατρομοκράτησης και εκβιασμού της ελληνικής κοινής γνώμης (με απειλές μέχρι και για έξοδο από την Ευρώπη και την ευρωζώνη), οι ηθικοί και φυσικοί αυτουργοί της ανθρωπιστικής αυτής κρίσης επιδιώκουν ακόμα να υποκαταστήσουν την εθνική κυριαρχία με το «δίκαιο» του οικονομικού «κατακτητή».

Ορμώμενοι από τις επιταγές του ελληνικού Συντάγματος, καθώς επίσης και από την ανάγκη να υπερασπίσουμε τα Ανθρώπινα Δικαιώματά μας –τα οποία εμφανώς, συνεχώς και βιαίως παραβιάζονται-  θα έπρεπε με κάθε τρόπο, καθημερινά, με κάθε μέσον, προς κάθε κατεύθυνση, να καταγγέλλουμε τα αδικήματα που διαπράχθηκαν και διαπράττονται εις βάρος μας . Δεν το κάνουμε. Αλλά κι αν ακόμα δεν κάνουμε αυτό –που σίγουρα απαιτεί οργάνωση και ομοψυχία, στοιχεία που ΔΕΝ διαθέτει σήμερα η ελληνική κοινωνία–, δεν έχουμε κινηθεί σωστά και αποτελεσματικά προς μια κατεύθυνση η οποία μας ευνοεί αυταπόδεικτα: Τα δισεκατομμύρια που αποδεδειγμένα μας χρωστά η Γερμανία –ο σοβαρότερος διώκτης μας σήμερα– από τα εγκλήματα, τις καταστροφές, τις κλοπές, τις κατασχέσεις, τον βιασμό της Ελλάδος κατά τον Δεύτερο Παγκόσμιο πόλεμο  κατά τη διάρκεια της γερμανικής κατοχής.

Μια υπεραπλουστευμένη αλήθεια: Αν οι ελληνικές κυβερνήσεις είχαν κάνει αυτά που έπρεπε τα χρόνια τουλάχιστον μεταξύ 1950-2000, οι Γερμανοί θα είχαν εξαναγκαστεί, με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, μέσα από τη διεθνή πίεση, τα Διεθνή Δικαστήρια, τα Δικαστήρια κοινού Ποινικού Δικαίου, τις σοβαρές διαπραγματεύσεις, τον σωστό χειρισμό να έχουν πληρώσει αυτά που αποδεδειγμένα χρωστάνε».